Το πρώτο εξάμηνο του 2011 ήταν εμφανής η αναπτυξιακή επιβράδυνση– αν όχι η συρρίκνωση- των πιο προηγμένων οικονομιών. Η πλευρά των οπτιμιστών κάνει λόγο για μία προσωρινή κατάσταση. Πρόκειται όμως, για αυταπάτη που πλέον εξανεμίζεται. Ακόμη και πριν τον πανικό της προηγούμενης εβδομάδας, ήταν σαφές ότι οι ΗΠΑ και άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες όδευαν προς μία δεύτερη και σκληρή ύφεση.
Τα πρόσφατα στοιχεία από τις ΗΠΑ ήταν δυσμενή: Ελάχιστη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αδύναμη ανάπτυξη, στασιμότητα στην κατανάλωση και την μεταποιητική παραγωγή. Η αγορά κατοικιών παραμένει σε ύφεση, ενώ η εμπιστοσύνη καταναλωτών και των επιχειρήσεων επιδεινώνεται και θα επιδεινωθεί περαιτέρω.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης συρρικνώνονται ή έστω αναπτύσσονται ελάχιστα. Ισπανία και Ιταλία κινδυνεύουν ολοένα και περισσότερο να χάσουν την πρόσβαση στις αγορές ομολόγων. Εν αντιθέσει με την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, αυτές οι δύο χώρες είναι πολύ μεγάλες για να διασωθούν.
Στην Βρετανία παράλληλα, καταγράφεται στασιμότητα, καθώς τα μέτρα λιτότητας αρχίζουν να επηρεάζουν την οικονομία. Η ιαπωνική οικονομία, που αντιμετωπίζει δομικό πρόβλημα στασιμότητας, θα ανακάμψει για μερικούς μήνες – μετά το double dip που προκάλεσε ο καταστροφικός σεισμός – για να βαλτώσει και πάλι όταν θα εξαντληθούν τα μέτρα στήριξης. Ακόμη δυσμενέστερο είναι το γεγονός ότι σε διεθνές επίπεδο ο κλάδος μεταποίησης επιβραδύνεται απότομα τόσο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία όσο και σε εξαγωγικές και ανεπτυγμένες οικονομίες όπως η Γερμανία και η Αυστραλία.
Τα πρόσφατα στοιχεία από τις ΗΠΑ ήταν δυσμενή: Ελάχιστη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αδύναμη ανάπτυξη, στασιμότητα στην κατανάλωση και την μεταποιητική παραγωγή. Η αγορά κατοικιών παραμένει σε ύφεση, ενώ η εμπιστοσύνη καταναλωτών και των επιχειρήσεων επιδεινώνεται και θα επιδεινωθεί περαιτέρω.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης συρρικνώνονται ή έστω αναπτύσσονται ελάχιστα. Ισπανία και Ιταλία κινδυνεύουν ολοένα και περισσότερο να χάσουν την πρόσβαση στις αγορές ομολόγων. Εν αντιθέσει με την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, αυτές οι δύο χώρες είναι πολύ μεγάλες για να διασωθούν.
Στην Βρετανία παράλληλα, καταγράφεται στασιμότητα, καθώς τα μέτρα λιτότητας αρχίζουν να επηρεάζουν την οικονομία. Η ιαπωνική οικονομία, που αντιμετωπίζει δομικό πρόβλημα στασιμότητας, θα ανακάμψει για μερικούς μήνες – μετά το double dip που προκάλεσε ο καταστροφικός σεισμός – για να βαλτώσει και πάλι όταν θα εξαντληθούν τα μέτρα στήριξης. Ακόμη δυσμενέστερο είναι το γεγονός ότι σε διεθνές επίπεδο ο κλάδος μεταποίησης επιβραδύνεται απότομα τόσο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία όσο και σε εξαγωγικές και ανεπτυγμένες οικονομίες όπως η Γερμανία και η Αυστραλία.
Μέχρι και τον προηγούμενο χρόνο, οι ιθύνοντες είχαν τη δυνατότητα να παρουσιάζουν κάποιο μαγικό τρικ για να στηρίξουν τις αγορές και την οικονομία. Μηδενικά επιτόκια, δύο προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, μέτρα παροχής ρευστότητας, στήριξη τραπεζών και χρηματοοικονομικών οργανισμών… Όλα αυτά όμως, έχουν πλέον δοκιμαστεί. Απλούστατα, τώρα, δεν υπάρχουν άλλα μαγικά κόλπα.
Η λανθασμένη απόφαση της Standard & Poor’s να υποβαθμίσει τις ΗΠΑ σε καιρό μεγάλης αναταραχής των αγορών και οικονομικής αποδυνάμωσης, αυξάνει τις πιθανότητες ενός double dip και εντείνει τον κίνδυνο για ακόμη μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα. Παραδόξως πάντως, τα αμερικανικά ομόλογα θα εξακολουθούν να είναι η λιγότερο απεχθής ασφαλής τοποθέτηση: η τάση αποστροφής επενδυτικού κινδύνου, η υποχώρηση των χρηματιστηρίων και η προβλεπόμενη οικονομική επιβράδυνση ενδέχεται εν τέλει να καθοδηγήσουν πτωτικά και όχι ανοδικά τις αποδόσεις των Treasuries.
Η δημοσιονομική πολιτική πλέον είναι περιοριστική τόσο στην ευρωζώνη όσο και στην Βρετανία. Ακόμη και στις ΗΠΑ, το θέμα που εξετάζεται είναι το ύψος και όχι η επί της αρχής απόφαση για δημοσιονομική προσαρμογή, καθώς το κράτος και οι τοπικές αρχές και πλέον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, μειώνουν δαπάνες, συρρικνώνουν τις μεταφορές πληρωμών και (αρκετά σύντομα) θα αυξήσουν την φορολογία.
Ένας νέος γύρος στήριξης των τραπεζών θα ήταν πολιτικά μη αποδεκτός. Ακόμη κι αν δεν ήταν όμως, είναι τόσα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πλέον οι χώρες – ειδικότερα στην Ευρώπη – που ο κίνδυνος για την δημοσιονομική κατάσταση είναι εκείνος που επιδεινώνει τον κίνδυνο για τις τράπεζες οι οποίες είναι με την σειρά τους φορτωμένες με κρατικά ομόλογα υπερχρεωμένων κυβερνήσεων.
Οι ελπίδες για νέα ποσοτική χαλάρωση προσκρούουν στον πληθωρισμό που υπερβαίνει τους στόχους των κεντρικών τραπεζών στην Δύση. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ πιθανότατα θα ξεκινήσει ένα τρίτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, αλλά θα είναι πλέον αργά. Το πρόγραμμα των 600 δισ. δολ. (σε συνδυασμό με φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλα μέτρα στήριξης ύψους 1 τρισ. δολ.) κατέληξε σε ρυθμό ανάπτυξης μόλις 3% για ένα τρίμηνο. Το τρίτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης θα είναι πολύ χαμηλότερο και με σαφώς μικρότερο αποτέλεσμα.
Ούτε από τις εξαγωγές μπορεί να περιμένει κανείς χείρα βοηθείας. Όλα τα ανεπτυγμένα κράτη χρειάζονται πιο αδύναμο νόμισμα. Κάτι τέτοιο όμως, δεν μπορεί να γίνει για όλους. Δεν θα υπάρχει νικητής σε αυτό το παιχνίδι που, μάλιστα, δημιουργεί κίνδυνο αναβίωσης ενός πολέμου νομισμάτων. Ήδη φαίνονται οι πρώτες αψιμαχίες με τις προσπάθειες Ιαπωνίας και Ελβετίας να αποδυναμώσουν τα νομίσματά τους. Σύντομα θα ακολουθήσουν και άλλοι.
Το ερώτημα λοιπόν, είναι εάν μπορεί να αποφευχθεί μία σημαντική ύφεση. Είναι αδιαμφισβήτητα μία… επικίνδυνη αποστολή. Η καλύτερη λύση για τις χώρες που δεν έχουν χάσει την πρόσβαση στις αγορές – ΗΠΑ, Βρετανία, Ιαπωνία και Γερμανία – είναι να παρουσιάσουν νέα βραχυπρόθεσμα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης, ενώ παράλληλα θα δεσμευθούν σε μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική λιτότητα. Η υποβάθμιση των ΗΠΑ θα εντείνει τις απαιτήσεις για δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά ειδικότερα η Ουάσιγκτον θα πρέπει να δεσμευθεί για περικοπές μεσοπρόθεσμα, χωρίς όμως, να δημιουργήσει άμεσο πλήγμα που θα επιδεινώσει περαιτέρω την ανάπτυξη και τα ελλείμματα.
Οι περισσότερες δυτικές κεντρικές τράπεζες θα πρέπει επίσης να προχωρήσουν στα δικά τους προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, ακόμη και εάν ο αντίκτυπός τους είναι περιορισμένος. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει όχι μόνο να σταματήσει τις αυξήσεις επιτοκίων, αλλά να μειώσει τα επιτόκια σε μηδενικό επίπεδο και να προβεί σε σημαντικές αγορές κρατικών ομολόγων ώστε να διατηρηθεί η πρόσβαση στις αγορές για Ιταλία και Ισπανία. Σε αντίθετη περίπτωση, θα οδηγηθούμε σε μία πραγματικά μεγάλη κρίση, όπου θα απαιτηθούν διπλάσια (αν όχι τριπλάσια) κεφάλαια στήριξης ή αγώνα για το χρέος και διάσπαση της ευρωζώνης.
Τέλος, δεδομένου ότι αυτή είναι κρίση ρευστότητας και φερεγγυότητας, θα πρέπει να ξεκινήσει ελεγχόμενη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρεών. Αυτό σημαίνει γενική μείωση της αξίας των ενυπόθηκων δανείων για σχεδόν τα μισά νοικοκυριά στις ΗΠΑ και στήριξη στους πιστωτές των τραπεζών που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρξει επιβεβλημένη παράταση των δανείων με χαμηλά επιτόκια για Πορτογαλία και Ιρλανδία, όπως συνέβη για την Ελλάδα, ενώ θα πρέπει να ακολουθήσουν Ιταλία και Ισπανία εάν χάσουν την πρόσβασή τους στις αγορές. Ενδεχομένως να μην μπορούμε να αποτρέψουμε μία ακόμη ύφεση. Με την σωστή πολιτική όμως, μπορεί να αποφύγουμε την οικονομική κρίση.
ΠΗΓΗ: FT.com
Copyright The Financial Times Ltd. All rights reserved.
Copyright The Financial Times Ltd. All rights reserved.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου